αιθέρας


αιθέρας
[этэрас] ουσ. а. эфир,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αιθέρας" в других словарях:

  • αιθέρας — Οργανική χημική ένωση του τύπου C2Η5 Ο C2Η5. Λέγεται και διαιθυλαιθέρας ή θειικός α. Είναι σώμα υγρό, άχρωμο, ελαφρύτερο από το νερό και πολύ πτητικό. Παρασκευάζεται βιομηχανικά με συνθέρμανση αιθυλικής αλκοόλης και πυκνού θειικού οξέος (γι’ αυτό …   Dictionary of Greek

  • αιθέρας — ο 1. τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, ο ουρανός: Πετούσε στους αιθέρες. 2. (χημ.), υγρό άχρωμο, ευκολοανάφλεκτο και πτητικό που χρησιμοποιούνταν άλλοτε ως αναισθητικό στη χειρουργική: Στην εγχείρηση χρησιμοποίησαν ως αναισθητικό αιθέρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰθέρας — αἰθήρ ether masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθέρας — αἰθήρ ether masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθήρ ή αιθέρας — (από το αίθω = καίω, λάμπω, ακτινοβολώ). Το ανώτατο και πιο καθαρό στρώμα του αέρα, ο ουρανός. Με τη λέξη αυτή προσδιόριζαν οι αρχαίοι την κατοικία των θεών και την πνοή που έβγαινε σαν ατμός κατά τη μυθολογία, από το στόμα του Κύκλωπα.… …   Dictionary of Greek

  • καρβοξυμεθυλοκυτταρίνη — Αιθέρας της κυτταρίνης, του τύπου C6H7O2(OH)2OCH2COOH. Είναι λευκή υγροσκοπική σκόνη και παρασκευάζεται με επίδραση αλκαλικυτταρίνης σε χλωροξικό νάτριο. Τη μεγαλύτερη πρακτική σημασία έχει το μετά νατρίου άλας της (πυκνότητα 1,59 gr/cm³), που… …   Dictionary of Greek

  • αιθέρες — Χαρακτηριστικές οργανικές ενώσεις οι οποίες αποτελούνται από άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο. Οι α. προέρχονται από τις αλκοόλες με την αντικατάσταση ενός ατόμου υδρογόνου με μια αλκυλική ρίζα: R–ΟΗ+R–ΟΗ ↔ R–Ο–R+Η2Ο Μπορεί να είναι απλοί ή σύνθετοι …   Dictionary of Greek

  • θεμέλια της σχετικότητας του Αϊνστάιν — Εκτός από την κίνηση των υλικών σωμάτων, που ρυθμίζεται από τους νόμους της μηχανικής, υπάρχουν στη φύση και φαινόμενα κυματοειδούς τύπου. Ανάμεσα σ’ αυτά, τα ηχητικά κύματα μπορούν να αναχθούν σε τελευταία ανάλυση στην κίνηση των σωματιδίων… …   Dictionary of Greek

  • αιθερόπλαστος — η, ο ο πλασμένος όπως ο αιθέρας, αιθέριος, λεπτεπίλεπτος, άυλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αιθέρας + πλαστός < πλάσσω η λ. απαντά αρχικά στους: Δ. Νικολάου, Χρ. Γρηγορά (1868) και στον Δ. Βικέλα] …   Dictionary of Greek

  • πετρελαϊκός — ή, ό, Ν 1. αυτός που έχει σχέση με το πετρέλαιο («πετρελαϊκή πολιτική») 2. φρ. α) «πετρελαϊκός αιθέρας» βλ. αιθέρας πετρελαϊκός β) «πετρελαϊκός σχιστόλιθος» κάθε λεπτόκοκκο ιζηματογενές πέτρωμα, πλούσιο σε οργανικό υλικό, που μπορεί να δώσει… …   Dictionary of Greek